ἐύφρων

ἐύφρων
ἐύ - φρων: glad, cheerful; in act. sense, οἶνος, Il. 3.246.

A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • Εὔφρων — cheerful masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔφρων — cheerful masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐύφρων — εὔφρων cheerful masc/fem nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εύφρων — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Ανδριαντοποιός από την Πάρο (5ος αι. π.Χ.). Η υπογραφή του είναι χαραγμένη σε βάθρο, το οποίο βρέθηκε στον Πειραιά. Το όνομά του είναι επίσης γραμμένο σε δύο βάθρα που βρέθηκαν στην Ακρόπολη. 2. Χαλκουργός (4ος αι.… …   Dictionary of Greek

  • εὐφρονέστερον — εὔφρων cheerful masc acc comp sg εὔφρων cheerful neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔφρονα — εὔφρων cheerful neut nom/voc/acc pl εὔφρων cheerful masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὖφρον — εὔφρων cheerful masc/fem voc sg εὔφρων cheerful neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐύφρονα — εὔφρων cheerful neut nom/voc/acc pl (epic) εὔφρων cheerful masc/fem acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφρονεστέρους — εὔφρων cheerful masc acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐφρόνων — Εὔφρων cheerful masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφρόνων — εὔφρων cheerful gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”